Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Τύρβη


Πότε θα βιώσεις την ιριδική ευδαιμονία των συναισθημάτων;

Μέσα σε ποιές συνθήκες και για ποιούς ανθρώπους;

Την αιτία και τον τρόπο φανέρωσε μου!

Ενάρετος θα λέγεσαι εσύ που επιλέγεις τα δικά σου «δεῖ»,

σταύρωσης μα κι ανάστασης «δεῖ».

Στις μεταιχμιακές σου καταιγίδες, στους συνειδησιακούς σου τυφώνες

μόνον η αρετή να σε ωθεί το μέσον να επιλέγεις αυτοβούλως.

Το μέσον ολοσχερώς νικά τα άκρα.

Έχε το στη καρδιά και στο μυαλό σου, έχε το ως πυξίδα κι οδοδείκτη.

Μην ενδώσεις στη σαγήνη του χρόνου που ανεξίτηλα σημάδια χαράσσει.

Μην αφεθείς στον κυκεώνα των κλυδωνισμών, ακολουθώντας συρμούς.

Μη τοξευθείς από τη σάλπιγγα σειρήνων, όντων μεστών από αξόδευτη αγάπη.

Μη ζυγιάσεις αιτίες αναίτιες που οδηγούν σε ελκυστικές αβύσσους.

Μην επιλέγεις τους τρόπους που δεν θα επανδρώσουν το «είναι» σου.

Μα να αξίζει ο χρόνος, η συνθήκη, ο άνθρωπος, το τέλος και ο τρόπος, θυμήσου,

«...ὅτε δεῖ, ἐφ’ οἷς δεῖ, πρὸς οὓς δεῖ , οὗ ἕνεκα δεῖ , ὡς δεῖ...»

όπως αναφέρει και ο φιλόσοφος, ο μέγιστος Μακεδών.

Μόνον έτσι να αφήνεις τη ψυχή σου να γεμίζει με αισθήματα καθάρια,

πάναγνα, με λυτρώσεως ερείσματα, ειλικρινή και ανεπιτήδευτα

στοχεύοντας στο μέσον και στο άριστον...

Στην αρετή.

Εκείνη η πέτρα


Η γλυκιά ανατολή προμήνυε μια εξαιρετική μέρα. Οι τουρίστες περπατούσαν νωχελικά στις Αρχαιότητες, καθώς ο ήλιος τους χτυπούσε κατακέφαλα και τους ζάλιζε ανυπόφορα. Λίγο νερό θα έσβηνε τη δίψα τους και ίσως ένα καφεδάκι θα χαλάρωνε τα πρησμένα τους πόδια από την αναλυτική βόλτα στα μνημεία. Η ξεναγός έτρεχε γρήγορα, εξηγούσε δυσνόητα και σκούπιζε τον ιδρώτα από το μέτωπό της.

...Εκείνη, ταρακουνήθηκε λίγο, άνοιξε τα μάτια, κοίταξε δεξιά κι αριστερά. Οι τουρίστες την είχαν αφήσει πίσω, αλαφιασμένοι. Δεν την έβλεπε κανείς τώρα. Μπορούσε να σηκωθεί και να τρέξει. Να φύγει. Μάταια τέντωσε τα πόδια της να ξεπιαστεί. Είχε κρυφτεί εδώ και ώρες, μέρες, μήνες, πίσω στον τοίχο. Παραφύλαγε το πέρασμα μέχρι να μείνει ολομόναχη και να πραγματοποιήσει τη μεγάλη διαφυγή. Ξανατεντώθηκε μάταια. Έπρεπε να το κάνει τώρα. Ήταν η ευκαιρία της. Ώσπου ξαφνικά ένα νέο γκρουπ τουριστών άρχισε να ξεπροβάλλει από το στενό πέρασμα.

Η πέτρα ταρακουνήθηκε ξανά, αγκάλιασε τους αρμούς της κι έβγαλε χαρτί και μολύβι για το plan B...Δεν θα εγκατέλειπε έτσι εύκολα το ονειρό της να γίνει γυναίκα. Είχε μερικούς αιώνες μπροστά της για να τα καταφέρει...Πόσο ζήλευε τις καρυάτιδες απέναντι.

Αξέχαστη εμπειρία



Ήταν δώρο χαρισμένο από εκείνον. Ένα τεράστιο παζλ. Αρνιόταν πεισματικά να το συναρμολογήσει. Όχι μόνη της τουλάχιστον. Στο τελευταίο του τηλεφώνημα, της είχε πει: Είσαι κακομαθημένη. Τα θέλεις όλα δικά σου. Δεν είναι έτσι οι σχέσεις. Κι ύστερα δεν της ξανατηλεφώνησε και απλώθηκε απόλυτη...Σιωπή...

Άπλωσε τα κομμάτια του παζλ στο τραπέζι. Δεν ήξερε τι είχε κάνει λάθος στη σχέση τους. Προσπαθούσε να καταλάβει. Πως; Γιατί; Πότε; Σκέφτηκε πως αν το συναρμολογούσε ίσως να έδιωχνε τους δαίμονές της που την θέλανε ακόμη ερωτευμένη μαζί του. Ερωτευμένη με τον λάθος άνθρωπο. Το μυαλό της έμοιαζε με μελίσσι που βούιζε τις νύχτες και μετά εκκωφαντική...Σιωπή...

Ξεκίνησε σταθερά να δένει τα κομμάτια. Μετά πεισματικά...να το ολοκληρώσει να ξεμπερδεύει. Κάθε κομμάτι και μια εμπειρία. Κάθε χρώμα και μια απόλαυση, κάθε γωνιά και ένας πόνος. Και όταν έπεσε η νύχτα και μπήκε και το τελευταίο κομμάτι στο παζλ, έβαλε δυνατά τα κλάματα, τόσο δυνατά που φοβήθηκε ακόμη κι η ιδέα εκείνου να μείνει στριμωγμένη μέσα στον εγκέφαλο της. Και μετά λυτρωτική...Σιωπή...

Θα βρεις τον σωστό άνθρωπο...μόνο αν διώξεις τον λάθος.

Στον κινηματογράφο



Πριν τρεις μέρες είχε καθίσει σε μια θέση στον αγαπημένο της κινηματογράφο για να παρακολουθήσει τη ταινία δράσης που δεν είχε επιλέξει ευχάριστα. Δίπλα της βρισκόταν ο αγαπημένος της να της κρατά το χέρι και να την αγκαλιάζει, όσο στην μεγάλη οθόνη η σκηνή ενός δυστυχήματος εκτυλισσόταν: Ένας πιωμένος άντρας έπεφτε με τη μηχανή του πάνω σε ένα μικρό αυτοκίνητο. Ο άντρας οδηγός του αυτοκινήτου, παρά τους ελιγμούς, δε κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση. Η γυναίκα συνοδηγός δέχτηκε τα περισσότερα τραύματα της σύγκρουσης.
Μια σκέψη την διαπέρασε ανατριχιάζοντας το σώμα της: Ευτυχώς είναι ταινία...κι αυτά γίνονται μόνο στον κινηματογράφο.

Τώρα, τρεις μέρες μετά, η ίδια γυναίκα βρίσκεται σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Δίπλα της είναι ο αγαπημένος της να της κρατά το χέρι και να την αγκαλιάζει, όσο στο μυαλό της επαναλαμβάνεται η σκηνή ενός δυστυχήματος που εκτυλίχθηκε: Ένας πιωμένος άντρας έπεσε με τη μηχανή του πάνω στο μικρό τους αυτοκίνητο. Ο αγαπημένος της, παρά τους ελιγμούς, δε κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση. Η ίδια ως συνοδηγός δέχτηκε τα περισσότερα τραύματα της σύγκρουσης.
Μια σκέψη τη διαπέρασε ανατριχιάζοντας το πληγωμένο σώμα της: Δυστυχώς δεν είναι ταινία...κι αυτά δε γίνονται μόνο στο κινηματογράφο.

Δεν οδηγούμε ποτέ, όταν έχουμε πιει, γιατί η ζωή μοιάζει με ταινία, αλλά δεν είναι ταινία.

Αυτό το έχω ξαναζήσει


Κάθε πρωί ξυπνάω στις 6:32 ακριβώς. Το ξυπνητήρι είναι ρυθμισμένο να χτυπάει και να φωνάζει πως η μέρα ξεκινά. Ο ήχος του διαπεραστικός σαν το κόκκινο λαμπάκι του ασθενοφόρου όταν χτυπάει στις έκτακτες περιπτώσεις αναστατώνοντας τους πάντες. Όταν απομακρύνεται ο ύπνος και οι πρώτες εγκεφαλικές λειτουργίες μπαίνουν σε δράση, η πρώτη σκέψη μου είναι πως κάτι κακό θα συμβεί σήμερα. Ίσως να κρατά μερικά δευτερόλεπτα αυτή μου η ανησυχία. Έπειτα πατάω το κουμπί που σταματά το δράμα. Και ανοίγω εντελώς τα μάτια.

Τίποτα κακό δεν έχει συμβεί. Απλά ξημέρωσε. Ίσως μια ακόμη μέρα θα κυλήσει κανονικά. Ίσως και όχι. Έχω όλο το χρόνο μπροστά μου να το ανακαλύψω. Κι έπειτα, λίγο πριν μια δυο ρουφηξιές καφέ μου ξυπνήσουν το είναι, σκέφτομαι πόσο αναγκαίο είναι να αλλάξω τον ήχο στο ξυπνητήρι. Γιατί δεν θέλω να ξυπνάω μέσα σε τόση ένταση και το χω ξαναζήσει να προσπαθώ στον ύπνο μου να ρυθμίσω τους ήχους. Φρούδες ελπίδες. Το ξύπνημά μου θέλω να είναι έντονο για να μου υπενθυμίζει πόσο έντονα οφείλω να ζω τη κάθε μέρα που μου χαρίζεται.

Τότε, δεν ήμουν δεισιδαίμων


Πέρασαν χρόνια από τότε που την γνώρισα. Εξήντα ετών, καλλιτέχνης. Ζωγράφος από τις λίγες. Καταγωγή από τη Σμύρνη. Μου άνοιξε το σπίτι της και μου έμαθε τα μυστικά μιας πινελιάς. Στη σκίαση έσκιζε. Στις θαλασσογραφίες ήταν το κάτι άλλο. Είχε και μια κόρη, πιο μικρή απο μένα. Αρκετά εσωστρεφές παιδί, με μελαγχολικό βλέμμα, μα με καλή ψυχή.

Μια μέρα τη ρώτησα για τον άντρα της. Μου είπε πως χώρισαν με πολύ άσχημο τρόπο. Είδα ένα άλμπουμ από τον γάμο τους και από άλλες οικογενειακές τους εκδηλώσεις. Όλες οι φωτογραφίες ήταν κομμένες. Σε όλες λείπαν τα μάτια του συζύγου. Μάγια, σκέφτηκα. Ένα απόγευμα που πήγαινα για ζωγραφική είδα από το μπαλκόνι της, φωτισμό χαμηλό, κεριά αναμμένα παντού και σκιές να πηγαινοέρχονται. Φοβήθηκα και δεν μπήκα μέσα.

Εκείνη άρχισε σιγά σιγά να απομακρύνεται. Δε με ξανακάλεσε για ζωγραφική. Η κόρη της σταδιακά δε μου μιλούσε και οι επαφές κόπηκαν μαχαίρι. Είχε καταλάβει ότι είχα καταλάβει. Φοβήθηκε να μοιραστεί το κακό. Βρήκα στη πόρτα μου, λίγες μέρες αργότερα μάγια. Αλλά, όχι, τότε δεν ήμουν δεισιδαίμων. Δε πίστευα στα μάγια. Φορούσα πάντα σταυρό πάνω μου και δεν φοβόμουν. Ούτε τώρα είμαι δεισιδαίμων. Πιστεύω στη καλή και στη κακή ενέργεια των ανθρώπων. Κρατώ την καλή ενέργεια και καίω την κακή.

Τιμιότητα, ένας αδίστακτος εκτελεστής



Ξημέρωνε Δευτέρα. Είχε ήδη περάσει ένα εφιαλτικό Σαββατοκύριακο. Ο Ανέστης είχε βάλει χέρι στο ταμείο του αφεντικού. Πίστευε πως δεν θα τον έπαιρνε χαμπάρι μιας και οι εισπράξεις στο ραφείο ήταν ανέλπιστα υψηλές το τελευταίο διάστημα. Έκλεψε λίγες δραχμές για να πληρώσει το ενοίκιο της μικρής του γκαρσονιέρας. Αλίμονο! Ποτέ δεν τον έφτανε ο μισθός του. Πάντα δυσκολευόταν. Μα ποτέ δεν είχε μπει στο πειρασμό να κλέψει το αφεντικό. 

Το σκέφτηκε πολλές φορές αλλά η τιμιότητα του χαρακτήρα του, δε μπόρεσε να του το επιτρέψει. Όμως τώρα, είχε ανάγκη τα χρήματα. Δεν μπορούσε να ρισκάρει τη στέγη του. Δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει. Ωστόσο το Σαββατοκύριακο είχε τρομερές τύψεις. Δεν έδωσε το νοίκι στον σπιτονοικοκύρη του. Συνεχώς ανακύκλωνε στο μυαλό του τη πράξη του. Λίγο πριν έρθει το αφεντικό του στο ραφείο, έτρεξε λίγο πιο γρήγορα, πήρε μια βαθιά ανάσα, ξανάβαλε τα χρήματα μέσα στο ταμείο και άρχισε τη δουλειά. 

Όταν το αφεντικό κατέφτασε στο μαγαζί, τον πλησίασε και του έδωσε έναν φάκελο με χρήματα, λέγοντας του πως ένα πουλάκι του είπε πως δυσκολεύετε με το νοίκι. Τον μάλωσε που δεν του ζήτησε λίγα χρήματα. 

Έπειτα πιάσαν τη δουλειά σιγοτραγουδώντας...